νάρκη

I
(Βιολ.). Περιορισμός περισσότερο ή λιγότερο παρατεταμένος και βαθύς της ζωικής δραστηριότητας, που παρατηρείται σε διάφορα ασπόνδυλα και σπονδυλωτά ζώα (αλλά και σε φυτά, που το χειμώνα χάνουν τα φύλλα τους), όταν οι συνθήκες του περιβάλλοντος γίνονται πολύ δυσμενείς για την ομαλή ζωή. Η ν. είναι ακανόνιστη ή περιοδική ανάλογα με την έλλειψη κανονικότητας ή την περιοδικότητα των περιστατικών που την προκαλούν. Ο παράγοντες της ν. είναι κατά βάση δύο: οι υπερβολές της θερμοκρασίας από τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και η ξηρότητα από την οποία υποφέρουν κυρίως τα υδρόβια ζώα· η έλλειψη τροφής είναι ένας τρίτος παράγοντας, που συνδέεται με τους δύο προηγούμενους. Και επειδή οι παράγοντες αυτοί είναι με τη σειρά τους συνδεδεμένοι με τις εποχές, έπεται ότι η περιοδική ν. παίρνει τη μορφή χειμερίας ν. στις περιοχές με εύκρατο και ψυχρό κλίμα, και θερινής στις ζώνες με θερμό κλίμα και έντονη ξηρασία.
Η χειμερία ν. είναι τυπική μερικών θηλαστικών - όπως ο μυωξός, ο αρκτόμυς και ο σκαντζόχοιρος - των περισσότερων ερπετών και πολλών ασπόνδυλων, όπως τα έντομα και σκώληκες των περιοχών με ψυχρό κλίμα - δεν πέφτουν σε αυτήν τα μεταναστευτικά ζώα, όπως πολλά πουλιά και ψάρια. Διάφορα αμφίβια, ιδιαίτερα των τροπικών χωρών, πέφτουν σε θερινή ν., για να μπορέσουν να επιβιώσουν παρά την έλλειψη νερού, όπως έχει διαπιστωθεί για τα Τροχόζωα, πολλά βραχίουρα οστρακόδερμα και για τα δίπνοα ψάρια. Στον άνθρωπο η ν. είναι σπάνια και οφείλεται σε παθολογικές ή ανώμαλες καταστάσεις, όπως π.χ., η εγκεφαλίτιδα ή η ύπνωση.
Κατά τη διάρκεια της ν. η επιβράδυνση της ζωικής δραστηριότητας φτάνει μερικές φορές ως την κατάσταση λανθάνουσας ζωής, που εξωτερικά, μοιάζει με έναν φαινομενικό θάνατο, έτσι που το ζώο μπορεί να ξυπνήσει μόνο με ιδιαίτερα ισχυρούς ερεθισμούς. Σε μια τέτοια περίοδο οι καρδιακοί παλμοί και οι αναπνευστικές κινήσεις, όπως και οι άλλες οργανικές λειτουργίες, περιορίζονται - στα θηλαστικά, η σωματική θερμοκρασία κατέρχεται από 30 - 38°C, ανάλογα με το είδος, σε 13 - 15°C. Όταν είναι πλήρης, η ν. συνεπάγεται συνεχή ακινησία των ζώων που βρίσκονται σε χειμερία ή θερινή ν.· μερικά όμως από αυτά, όπως π.χ. οι νυχτερίδες, ξυπνούν κάθε τόσο για να τραφούν. Το βάρος των ζώων που βρίσκονται σε ν. λιγοστεύει, γιατί οι ζωικές λειτουργίες που έχουν επιβραδυνθεί εκτελούνται σε βάρος των εφεδρικών υλικών που έχουν συσσωρευθεί στους ιστούς κατά την προηγούμενη περίοδο της ενεργής ζωής: εδώ πρέπει να εξηγηθεί ότι η αύξηση του βάρους που παρατηρείται στους αρκτόμυες είναι φαινομενική, γιατί οφείλεται στην υγρασία με την οποία φορτώνεται το τρίχωμά τους.
τεχνητή χειμερία ν. Εντελώς σύγχρονη θεραπευτική μέθοδος, κατά την οποία - δια της τεχνητής ελάττωσης του βασικού μεταβολισμού και της θερμοκρασίας - δημιουργούνται στον ανθρώπινο οργανισμό συνθήκες «επιβραδυνόμενης ζωής» (κατάσταση ανάλογη προς εκείνη στην οποία βρίσκονται τα ζώα κατά τη χειμερία ν.), οι οποίες επιτρέπουν να υποβληθεί ο άνθρωπος σε ειδικές χειρουργικές επεμβάσεις, αδύνατες με τις παραδοσιακές μεθόδους.
Ο ασθενής, ύστερα από κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, που σιγά - σιγά του φέρνει ύπνο και στη συνέχεια τον ναρκώνει, ψύχεται βαθμιαία και προοδευτικά με την τοποθέτηση παγοκύστεων στην επιφάνεια του σώματος ή με ειδικές συσκευές ψύξης, μέχρι της θερμοκρασίας των 20°C ή και ακόμα χαμηλότερη. Πραγματοποιείται έτσι μια επιβράδυνση όλων των ζωικών λειτουργιών: οι απαιτήσεις των κυττάρων σε οξυγόνο ελαττώνονται κατά πολύ, η συχνότητα των καρδιακών παλμών, της αναπνοής και η αρτηριακή πίεση κατεβαίνουν στις επιθυμητές τιμές, η κυκλοφορία του αίματος επιβραδύνεται, οι μύες χαλαρώνουν πλήρως, τα αντανακλαστικά εξαφανίζονται κλπ. Δημιουργούνται έτσι όλες εκείνες οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν, με μια σχετική ηρεμία και χωρίς εξαιρετικούς κινδύνους για τον ασθενή, την εκτέλεση εγχειρήσεων στην καρδιά και στον εγκέφαλο, που παλαιότερα ήταν αδύνατο να επιχειρηθούν: ακριβώς στη νευροχειρουργική και στην καρδιοχειρουργική εφαρμόζεται κυρίως η τεχνητή χειμερία ν. Όταν η εγχείρηση τελειώσει, το σώμα του ασθενούς επαναθερμαίνεται σιγά - σιγά, μέχρι να αποκατασταθεί ο φυσιολογικός ρυθμός όλων των ζωικών λειτουργιών του.
Μια νυχτερίδα σε χαρακτηριστική στάση χειμερίας νάρκης.
Η νάρκη είναι μια κατάσταση λανθάνουσας ζωής, την οποία περνούν μερικά ζώα σε ορισμένες εποχές. Περιπτώσεις θερινής νάρκης δίπνοων ψαριών, μιας φολιδωτής σειρήνας και ενός πρωτόπτερου: το τελευταίο αυτό περνά την ξηρή εποχή μέσα σε ένα βομβύκιο.
Ένα είδος μυωξού στη φωλιά του σε κατάσταση χειμερίας νάρκης.
II
(Ζωολ.). Γένος σελαχίων, της οικογένειας των Ναρκιδών της τάξης των σελαχομόρφων. Η μεγάλη ή μαύρη ν. (torpedo nobiliana) έχει το σώμα - που μπορεί να φτάνει 1,80 μ. - τυπικά πεπλατυσμένο. Το κύριο χαρακτηριστικό και αυτής και των άλλων Ναρκιδών είναι δύο ηλεκτρικά όργανα ανάμεσα στα βράγχια και στα στηθαία πτερύγια· τα όργανα αυτά, προερχόμενα από μεταμόρφωση του μυϊκού ιστού, αποτελούνται από μερικές εκατοντάδες εξαγωνικών πρισμάτων, κάθε ένα από τα οποία περιλαμβάνει πολυάριθμους λεπτούς δίσκους, που θυμίζουν τους δίσκους βολταϊκού τόξου. Τα πρίσματα αυτά, που συνδέονται με απολήξεις του νευρικού συστήματος, έχουν τον θετικό πόλο στη ραχιαία πλευρά και τον αρνητικό στο αντίθετο μέρος· με τα ειδικά αυτά όργανα, η ν. μπορεί να παραγάγει ηλεκτρικές εκφορτίσεις με τις οποίες αμύνεται εναντίον επίθεσης ή ακινητοποιεί τις μεγαλύτερες λείες. Επανειλημμένες εκφορτίσεις προκαλούν την εξάντληση του είδους αυτού στήλης, που ξαναβρίσκει την αποδοτικότητα της ύστερα από μια περίοδο.
Τα διάφορα είδη ν. είναι ωοζωοτόκα και ζουν στους λασπώδεις ή αμμώδεις βυθούς, όπου ενεδρεύουν για τη λεία τους, κυρίως ψάρια, μαλακόστρακα και μαλάκια. Εκτός από τη μεγάλη ν., που αναφέραμε, στον Ατλαντικό και στη Μεσόγειο ζουν η νάρκη η νάρκη (torpedo torpedo), μήκους 30-60 εκ., που διακρίνεται από την προηγούμενη για τις 5-7 γαλάζιες βούλες που αποτελούν αντίθεση με το καστανωπό χρώμα της ραχιαίας επιφάνειας και η νάρκη η μαρμαίρουσα (torpedo marmorata), με μέσο μήκος 75 εκ., της οποίας η ονομασία οφείλεται στις πολυάριθμες μικρές καστανές, γκριζωπές ή κιτρινοκοκκινωπές βούλες που φέρει στα επάνω μέρη. Τα σελάχια αυτά δεν έχουν σπουδαίο κρέας, γι’ αυτό και δεν αλιεύονται συστηματικά. Οι κλονισμοί που επιφέρουν συνήθως οι Ναρκίδες προκαλούν στον άνθρωπο φαινόμενα μουδιάσματος και μυρμηγκίασης. Μόνο η μεγάλη ενήλικη ν. μπορεί να προκαλέσει προσωρινή παράλυση.
Νάρκη η «μαρμαίρουσα» (torpedo marmorata). Όπως και τα άλλα είδη της οικογένειας των Ναρκιδών, και η νάρκη αυτή, μήκους 75 εκ., έχει όργανα, με τα οποία μπορεί να προκαλέσει ηλεκτρικές εκφορτίσεις.
III
(Τεχνολ.). Εκρηκτική πολεμική συσκευή διάφορων τύπων που προορίζεται για την προσβολή στρατευμάτων και μέσων ξηράς ή ναυτικών μονάδων. Οι ν. ξηράς είναι δύο τύπων: οι φονικές ν., που λειτουργούν με πίεση ή με σύστημα απόσπασης, και οι αντιαρματικές, που εκρήγνυνται μόνο με πίεση. Οι ν. αυτές κατά κανόνα θάβονται στη γη αλλά αποκρύπτονται και μέσα σε βλάστηση. Μερικές φονικές ν. εκρήγνυνται ακόμα και σε βάθος περίπου 1 μ. Τα κύρια στοιχεία μιας ν. είναι: ένα δοχείο - από διάφορα υλικά και σε διάφορα σχήματα - που περιέχει το εκρηκτικό και ένας μηχανισμός ανάφλεξης ή πυροδοτητής. Οι ν. που λειτουργούν με πίεση διαθέτουν επίσης ένα πινάκιο ή όργανα πρόσκρουσης· οι ν. με σύστημα απόσπασης διαθέτουν ένα σύρμα πρόσκρουσης. Η έκρηξη της γόμωσης γίνεται με διάφορα συστήματα, όπως τα ακόλουθα: μηχανικό σύστημα, όταν βασίζεται σε έναν επικρουστήρα με ελατήριο, ο οποίος με την εξωτερική πίεση ή την τάση ενός σύρματος ή με ανύψωση - απελευθερώνεται και κτυπά ένα κροτούν καψύλλιο· ηλεκτρικό σύστημα, όταν ο επικρουστήρας, μετά την απελευθέρωσή του, σπάζει ένα γυάλινο φιαλίδιο που περιέχει έναν ηλεκτρολύτη, ο οποίος πέφτει σε μια μικρή δεξαμενή, όπου είναι βυθισμένα δύο ηλεκτρόδια και τροφοδοτεί με ρεύμα ένα κύκλωμα με αποτέλεσμα την έκρηξη του καψυλλίου· χημικό σύστημα, όταν η έκρηξη προκαλείται από τη φλόγα που δημιουργούν δύο χημικές ουσίες όταν έρχονται σε επαφή με την απελευθέρωση του μηχανισμού πυροδότησης· σύστημα δια τριβής, όταν η φλόγα που προκαλεί την έκρηξη του καψυλλίου προέρχεται από την τριβή ενός μεταλλικού σπειροειδούς ελατηρίου σ’ ένα πυρογόνο μείγμα. Μερικές ν. έχουν πολλά συστήματα πυροδότησης διαφορετικού τύπου, για να περιοριστεί κατά το δυνατόν το ποσοστό αποτυχιών λειτουργίας. Για την ανίχνευση μεταλλικών ν., χρησιμοποιούνται ηλεκτρομαγνητικοί ανιχνευτές ν. υψηλής ή χαμηλής συχνότητας· για αντιμαγνητικές ν. χρησιμοποιούνται συνήθως ανιχνευτές με μικροκύματα.
Η θαλάσσια ή υποβρύχια ν. μπορεί να θεωρηθεί ως εξέλιξη του μπουρλότου, εκρηκτικού που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 16o αι.· δοχεία μεγάλης χωρητικότητας γεμίζονται με ισχυρό εκρηκτικό, του οποίου προκαλείται η έκρηξη με μηχανισμούς διάφορων τύπων, όταν ένα πλοίο προσκρούσει πάνω στη ν. ή περάσει πολύ κοντά από αυτήν. Οι θαλάσσιες ν. αγκυρούνται από τον πυθμένα ή πλανώνται. Υπάρχουν πολλών ειδών ν. ή παρόμοιες συσκευές, όπως: αγκυροβολημένη ν., που φέρει όργανα πρόσκρουσης ή κεραία που εκρήγνυται με την κρούση· ν. βυθού, με αρνητική ώση, που τοποθετείται από υποβρύχια ή αεροπλάνα· πλανώμενη ν., εφοδιασμένη πολλές φορές με μια μικρή σημαδούρα, η οποία παραμένει στο προκαθορισμένο βάθος και εκρήγνυται με την κρούση· ρυμουλκούμενη τορπίλλη, που σύρεται σε σταθερό βάθος και χρησιμοποιείται εναντίον των υποβρυχίων - γυμνόνωτη αγκυρωμένη ν. ή τοποθετημένη στο βυθό και σε υποχρεωτικές διαβάσεις, της οποίας η έκρηξη προκαλείται ηλεκτρικά όταν το εχθρικό πλοίο, που παρακολουθείται από την ξηρά, περάσει μέσα στην ακτίνα δράσης της.
Χάρη στην πρόοδο της παθητικής άμυνας, προπάντων κατά την τελευταία τριακονταετία, έχουν επινοηθεί σημαντικές καινοτομίες στον τομέα των συστημάτων πυροδότησης, των υποβρυχίων όπλων: εκτός από το χημικό και το ηλεκτρικό σύστημα με κρούση, έχουν επινοηθεί διάφορες συσκευές, λεγόμενες «δι’ επαγωγής», κατάλληλες κυρίως για τις ν. βυθού, οι oποίες, συγκρινόμενες με τις αγκυροβολημένες, παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι δεν προσφέρονται για μηχανική αλίευση. Μεταξύ των νέων συστημάτων σπουδαιότερο από άποψη αποτελεσμάτων είναι εκείνο στο οποίο η αποκατάσταση του ηλεκτρικού κυκλώματος για την έκρηξη της γόμωσης επιτυγχάνεται με στοιχεία ευαίσθητα στην απότομη μεταβολή του μαγνητικού πεδίου της Γης κοντά στη ν., την οποία προκαλεί η διάβαση ενός πλοίου με σιδηρό σκάφος. Όσον αφορά άλλα σύγχρονα συστήματα για τη δραστηριοποίηση των υποβρυχίων ν., υπενθυμίζεται μόνο ότι έχουν κατασκευαστεί συσκευές που βασίζονται στα ακουστικά κύματα, στα φωτοκύτταρα, στις υπέρυθρες ακτίνες, και στην υποπίεση που δημιουργείται στο νερό με τη διάβαση του πλοίου.
Για τη ναρκοθέτηση χρησιμοποιούνται μονάδες με κατάλληλο εξοπλισμό ή τορπιλοβόλα εφοδιασμένα με λυόμενους σιδηρούς οδηγούς ή υποβρύχια ναρκοθέτησης· σήμερα χρησιμοποιούνται επίσης και αεροπλάνα, τα οποία, εκτός από τη μεγάλη ταχύτητα, δράσης, μπορούν να ρίξουν ν. και σε δυσπρόσιτες θάλασσες.
ν. ορυχείων. Οποιουδήποτε τύπου διάτρημα που διανοίγεται στις εργασίες εξόρυξης στα ορυχεία και φορτίζεται μερικά ή ολικά με εκρηκτική ύλη, της οποίας η έκρηξη προκαλεί τη μετατόπιση των γύρω όγκων. Στην τεχνική των ορυχείων διακρίνουμε τις συνήθειες κυλινδρικές ν. (διαμέτρου 25 - 40 χιλ., μήκους 1,5 - 3 μ.), τις μεγάλες ν. (επίσης κυλινδρικές, διαμέτρου 60 - 120 χλμ., μήκους έως 50 μ. και πλέον), τις ν. με μεγάλο θάλαμο ή τύπου εστίας, που αποτελούνται και οι δύο από μια οπή ή στοά κυκλικής διατομής, στο κάτω μέρος της οποίας κατασκευάζεται με διαφορετικό τρόπο ένας θάλαμος. Η εκρηκτική γόμωση τοποθετείται κατά κανόνα στο κάτω μέρος. Μερικές φορές τοποθετούνται επιμέρους γομώσεις κατά μήκος της οπής. Όσα τμήματά της δεν καλύπτονται από τη γόμωση συμπληρώνονται με υλικά επιγόμωσης (άργιλος, άμμος, συντρίμματα διαφόρων βράχων) που έχουν σκοπό να αυξήσουν το αποτέλεσμα της έκρηξης γιατί εμποδίζουν τη διαρροή των αερίων που παράγονται από αυτήν.
Δύο τόποι νάρκης πολεμικής χρήσης. Στη φωτογραφία πάνω, υποβρύχια νάρκη, στην οποία φαίνονται οι προεξοχές πρόσκρουσης και το σχοινί αγκύρωσης. Κάτω, αντιαρματική νάρκη ξηράς.
Δύο τόποι νάρκης πολεμικής χρήσης. Στη φωτογραφία πάνω, υποβρύχια νάρκη, στην οποία φαίνονται οι προεξοχές πρόσκρουσης και το σχοινί αγκύρωσης. Κάτω, αντιαρματική νάρκη ξηράς.
* * *
και νάρκα, η (ΑΜ νάρκη, Α και νάρκα)
1. πρόσκαιρη ελάττωση ή και απώλεια τής αισθητικής και κινητικής ικανότητας, μούδιασμα, τάση για ύπνο, παράλυση που οφείλεται σε φόβο, κρύο ή αποπληξία, λήθαργος, βύθος (α. «οὐ λαμβάνει δὲ οὐδὲ νάρκη, ὅπου μὴ νεῡρόν ἐστι τοῡ σώματος», Αριστοτ.
β. έπεσε σε νάρκη»)
2. ζωολ. γένος σελάχιων ψαριών τής οικογένειας τών τορπινιδών, το οποίο ναρκώνει, παραλύει ή και θανατώνει με ηλεκτρική εκκένωση το θύμα του όταν το ακουμπήσει, κν., σήμερα, μουδιάστρα ή μαργωτήρα («ἥ τε νάρκη ναρκᾱν ποιοῡσαν ὧ ἂν κρατήσειν μέλλῃ ἰχθύων τῷ τρόπῳ ὃν ἔχει ἐν τῷ σώματι», Αριστοτ.)
νεοελλ.
1. στρ. εκρηκτικός μηχανισμός χρησιμοποιούμενος στη θάλασσα ή στην ξηρά για την ανατίναξη σκαφών, οχημάτων ή έμψυχου υλικού
2. μτφ. αδράνεια τού πνεύματος, αποχαύνωση («να φυλάγεται από τη μισή μόρφωση και από τη μισή μάθηση που καταντά στρέβλωση και νάρκη», Σεφέρ.)
3. φρ. α) «χειμερία νάρκη»
βιολ. ληθαργική κατάσταση ύπνου στην οποία πέφτουν ορισμένα θηλαστικά κατά τον χειμώνα
β) «θερινή νάρκη» — νάρκη που παρατηρείται σε ορισμένα ζώα τών θερμών ζωνών τής Γης
αρχ.
φρ. «νάρκη ποταμία» — είδος χελιού τής Αιγύπτου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η μηδενισμένη βαθμίδα -αρ-και η βαρυτονία τού νάρκη οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται μάλλον για μεταρρηματικό παρ., όπως τα πάθη, βλάβη, ενός αμάρτυρου ρ. που αντικαταστάθηκε από το μετονοματικό ναρκάω. Συνδέεται με τ. τών γερμανικών γλωσσών που σημαίνουν «δένω» (πρβλ. αρχ. άνω γερμ. sner(a)-han, νορβ. snara κ.ά.). Πιο αβέβαιη η σύνδεση του με το αρμ. nergew «λεπτός». Η ονομασία τού ψαριού νάρκη οφείλεται στο ότι αυτό παραλύει τη λεία του με ηλεκτρικές εκκενώσεις. Αξιοσημείωτος είναι ο σημασιολογικά παράλληλος σχηματισμός τής ονομασίας τού ψαριού torpedo (< torpeo «ναρκώνω») στη Λατινική.
ΠΑΡ. ναρκόω(-ώνω)
αρχ.
ναρκώδης
αρχ.-μσν.
ναρκιώ, ναρκώ
μσν.
ναρκότης.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) νεοελλ. ναρκαλιεύω, ναρκοανάλυση, ναρκοβόλο, ναρκοδηλητηρίαση, ναρκοθεραπεία, ναρκοθέτιδα, ναρκοθετώ, ναρκοληψία, ναρκομανής, ναρκομέδουοες, ναρκοπέδιο, ναρκοσυλλέκτης, ναρκοσύνθεση. (Β' συνθετικό) αρχ. θηριονάρκη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νάρκη — η 1. βιολογικό φαινόμενο κατά το οποίο διάφοροι οργανισμοί περιορίζουν το ρυθμό μεταβολισμού τους και τις δραστηριότητές τους για να ανταπεξέλθουν σε δυσμενείς συνθήκες του περιβάλλοντος: Χειμερινή νάρκη των φιδιών. 2. τάση για ύπνο, ληθαργική… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νάρκη — νάρκα fem nom/voc sg (attic epic ionic) νάρκη numbness fem nom/voc sg (attic epic ionic) ναρκάω grow stiff pres imperat act 2nd sg (doric) ναρκάω grow stiff pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ναρκάω grow stiff imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάρκῃ — νάρκα fem dat sg (attic epic ionic) νάρκη numbness fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάρκη — [нарки] ουσ. Θ. (στρατ.) мина …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ναρκῇ — ναρκάω grow stiff pres subj mp 2nd sg (doric) ναρκάω grow stiff pres ind mp 2nd sg (doric) ναρκάω grow stiff pres subj act 3rd sg (doric) ναρκάω grow stiff pres ind act 3rd sg (doric) ναρκάω grow stiff pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ναρκάω grow …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάρκηι — νάρκῃ , νάρκα fem dat sg (attic epic ionic) νάρκῃ , νάρκη numbness fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακουστική — Το σύνολο των φαινομένων που έχει σχέση με την ακοή. Επίσης, επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενό της το σύνολο των φαινομένων, που έχουν σχέση με τις ελαστικές ταλαντώσεις και περιλαμβάνει: 1) Το τμήμα της φυσικής που εξετάζειτα ηχητικά… …   Dictionary of Greek

  • Narcolepsy — For other uses, see Narcolepsy (disambiguation). Narcolepsy Classification and external resources ICD 10 G47.4 ICD 9 …   Wikipedia

  • TORPEDO — a vi, ut Varro ait, de L. L. l. 4. nempe quia inducit torpedinem: Graecis eadem de causa Νάρκη, quod νάρκωσιν producit: a tremore, quem adfert contrectantibus, Burdegalensibus Tremble; Liguribus ob eandem rationem Tremoriza: Bellunensi, Avicennae …   Hofmann J. Lexicon universale

  • θηριονάρκη — θηριονάρκη, ἡ (Α) βότανο που επιφέρει νάρκη στα φίδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < θηρίο + νάρκη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.